6/4/2026
9 min read

Γιατί κανείς δεν πρέπει να παραδίδεται ως λεία στα funds

Share this article:

Τα funds εμφανίζονται συχνά ως ένας απρόσωπος και επιθετικός μηχανισμός είσπραξης. Όμως ο δανειολήπτης δεν πρέπει να θεωρεί την υπόθεσή του χαμένη πριν ελεγχθούν η απαίτηση, η νομιμοποίηση, η μεταβίβαση, οι τόκοι, οι πράξεις εκτέλεσης και οι δυνατότητες άμυνας ή διαπραγμάτευσης.

Ο δανειολήπτης δεν συντρίβεται πάντοτε από την ίδια την οφειλή. Πολύ συχνά συντρίβεται από την αίσθηση ότι απέναντί του υπάρχει πλέον ένας μηχανισμός τόσο απρόσωπος, τόσο οργανωμένος και τόσο επιθετικός, ώστε κάθε αντίσταση μοιάζει μάταιη. Αυτή ακριβώς είναι η πρώτη μεγάλη παγίδα. Διότι πριν ακόμη ελεγχθεί ποιος ζητά, με ποια νομιμοποίηση ζητά, ποια απαίτηση επικαλείται, πώς την απέκτησε, πώς την υπολόγισε και αν δικαιούται πράγματι να απειλεί την κατοικία ή την περιουσία του οφειλέτη, ο άνθρωπος οδηγείται ψυχολογικά στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση έχει ήδη χαθεί. Και όταν ο δανειολήπτης αποδεχθεί μέσα του ότι είναι χαμένος, τότε έχει προσφέρει στο fund το σημαντικότερο πλεονέκτημα: την παραίτησή του πριν από τη μάχη.

Αυτό είναι που δεν πρέπει να συμβεί. Η διαταγή πληρωμής, η επιταγή προς πληρωμή, η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός είναι πράξεις σοβαρές και πολλές φορές εξαιρετικά επικίνδυνες. Δεν είναι όμως πράξεις υπεράνω ελέγχου. Δεν είναι τελεσίγραφα που πρέπει να γίνουν δεκτά επειδή προέρχονται από μία εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ή από ένα fund. Είναι νομικές πράξεις, που πρέπει να ελεγχθούν ως προς την τυπική και ουσιαστική τους νομιμότητα, ως προς τη νομιμοποίηση εκείνου που τις επισπεύδει, ως προς την απαίτηση που επιδιώκεται, ως προς τον τρόπο υπολογισμού της και ως προς τη συνολική συμπεριφορά της άλλης πλευράς.

Το πρόβλημα είναι ότι ο δανειολήπτης σπάνια ενημερώνεται έτσι. Συνήθως ενημερώνεται με τρόπο που παράγει φόβο. Του εμφανίζεται μία οφειλή ως δεδομένη. Του εμφανίζεται μία εταιρεία ειδικού σκοπού ως αυτονόητη δικαιούχος. Του εμφανίζεται μία εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ως αυτονόητα νομιμοποιημένη. Του εμφανίζεται ένας πλειστηριασμός ως αναπόφευκτος. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον η πρώτη σκέψη του δεν είναι να αντιδράσει, αλλά να σωθεί όπως όπως. Εκεί ακριβώς αρχίζει η εκμετάλλευση της αδυναμίας του.

Η δική μου θέση απέναντι στα funds είναι καθαρή. Δεν τα αντιμετωπίζω ως ουδέτερους θεσμικούς συνομιλητές ούτε ως φυσική συνέχεια της τράπεζας με την οποία κάποτε συμβλήθηκε ο δανειολήπτης. Τα αντιμετωπίζω ως έναν μηχανισμό μαζικής είσπραξης, ο οποίος εμφανίζεται συχνά με τεράστια οικονομική και οργανωτική ισχύ απέναντι σε ανθρώπους που βρίσκονται ήδη σε θέση πίεσης. Το θεσμικό πλαίσιο των τελευταίων ετών δεν διαμορφώθηκε, κατά τη δική μου αντίληψη, με κέντρο τον δανειολήπτη. Διαμορφώθηκε κυρίως για να εξυπηρετήσει τη μαζική μεταβίβαση, διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο δανειολήπτης πρέπει να μετατραπεί σε λεία αυτού του μηχανισμού.

Άλλο είναι να αναγνωρίζεις ότι το πλαίσιο είναι δυσμενές και άλλο να παραδίδεσαι μέσα σε αυτό. Στη δικηγορία πολλές μάχες δεν δίνονται επειδή το περιβάλλον είναι ιδανικό. Δίνονται ακριβώς επειδή το περιβάλλον είναι δυσμενές. Και εκεί δεν κρίνεται μόνο η αξία της άμυνας. Πολλές φορές κρίνεται αν πρέπει να περάσεις και στην επίθεση. Διότι απέναντι στα funds δεν αρκεί πάντοτε να αποκρούεις. Πρέπει συχνά να αμφισβητείς ενεργητικά, να ανοίγεις ζητήματα νομιμοποίησης, να αναζητάς τα έγγραφα που δεν προσκομίζονται, να προσβάλλεις πράξεις εκτέλεσης, να αναδεικνύεις λογιστικές και δικονομικές αστοχίες, να δημιουργείς κόστος στην άλλη πλευρά. Η άμυνα προστατεύει. Η επίθεση, όταν γίνεται σωστά και στον κατάλληλο χρόνο, μπορεί να αλλάξει τον συσχετισμό.

Η δική μου θέση είναι απλή: κανείς δεν πρέπει να χάσει την κατοικία του, την επαγγελματική του περιουσία ή την οικογενειακή του ασφάλεια χωρίς να έχει προηγηθεί πραγματική νομική παρέμβαση, πλήρης έλεγχος του φακέλου και στρατηγική αξιολόγηση όλων των δυνατοτήτων άμυνας και επίθεσης. Όχι ένας πρόχειρος έλεγχος. Όχι μία γενική εκτίμηση. Όχι η μοιρολατρική απάντηση ότι «αφού υπάρχει διαταγή πληρωμής, τελείωσε». Πραγματική παρέμβαση σημαίνει να ανοίξει ο φάκελος από την αρχή, να ελεγχθεί η αρχική σύμβαση, οι πρόσθετες πράξεις, η καταγγελία, η διαταγή πληρωμής, η επιταγή, η κατάσχεση, η μεταβίβαση, η διαχείριση, οι τόκοι, οι χρεώσεις, οι καταλογισμοί και κάθε σημείο από το οποίο μπορεί να ανατραπεί ο συσχετισμός.

Σε πολλές περιπτώσεις το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν ο δανειολήπτης κάποτε έλαβε ένα δάνειο. Ακόμη και εκεί όπου η αρχική δανειοδότηση δεν αμφισβητείται σοβαρά, δεν σημαίνει ότι αποδεικνύεται και η σημερινή απαίτηση όπως εμφανίζεται από το fund ή την εταιρεία διαχείρισης. Άλλο πράγμα είναι η ύπαρξη μίας παλαιάς τραπεζικής σχέσης και άλλο πράγμα η νόμιμη, πλήρης και ακριβής απόδειξη ότι το συγκεκριμένο ποσό, με τους συγκεκριμένους τόκους, τις συγκεκριμένες χρεώσεις και τη συγκεκριμένη διαδρομή μεταβίβασης, μπορεί σήμερα να αποτελέσει βάση αναγκαστικής εκτέλεσης.

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται κάτι που πολλοί δανειολήπτες δεν γνωρίζουν: η μαζικότητα με την οποία κινούνται τα funds παράγει πολλές φορές και προχειρότητα. Δεν έχουν απέναντί τους κάθε υπόθεση ως μοναδική ανθρώπινη και νομική περίπτωση. Τη βλέπουν συχνά ως μέρος χαρτοφυλακίου, ως αριθμό σύμβασης, ως υπόλοιπο προς είσπραξη, ως διαδικασία που πρέπει να προχωρήσει γρήγορα. Αυτή η λογική γεννά τυποποιημένα έγγραφα, ελλιπείς αναφορές, ασαφείς υπολογισμούς, ατελείς φακέλους, μεταβιβάσεις που επικαλούνται περισσότερα από όσα αποδεικνύουν, απαιτήσεις που παρουσιάζονται ως αυτονόητες ενώ δεν έχουν ελεγχθεί πραγματικά. Αυτή την προχειρότητα δεν πρέπει να τη φοβάσαι. Πρέπει να τη βρίσκεις και να την αξιοποιείς. Εκεί πολλές φορές κρύβεται το σημείο από το οποίο μπορεί να γυρίσει μία υπόθεση.

Απέναντι σε αυτό, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε ο θυμός ούτε η παραίτηση. Ο θυμός από μόνος του δεν ακυρώνει κατάσχεση. Η αγανάκτηση δεν αναστέλλει πλειστηριασμό. Η αίσθηση αδικίας δεν αρκεί για να κερδηθεί μία ανακοπή. Χρειάζεται δικονομική ακρίβεια, νομική σκέψη, ταχύτητα και στρατηγική. Χρειάζεται να ξέρεις ποιον λόγο θα προβάλλεις, πότε θα τον προβάλλεις, με ποια έγγραφα θα τον στηρίξεις και ποιον σκοπό υπηρετεί κάθε κίνηση. Χρειάζεται να μη χαθεί η προθεσμία, να μη χαθεί το κατάλληλο ένδικο βοήθημα, να μη χαθεί η δυνατότητα διαπραγμάτευσης από θέση ισχύος.

Δεν με ενδιαφέρει να δημιουργώ ψευδαισθήσεις. Δεν κερδίζονται όλες οι υποθέσεις με τον ίδιο τρόπο. Δεν ακυρώνονται όλοι οι πλειστηριασμοί και δεν εξαφανίζονται όλες οι απαιτήσεις. Εκείνο όμως που μπορώ να πω, με βάση τη δική μου μέχρι σήμερα διαδρομή σε τέτοιες υποθέσεις, είναι ότι όταν ο δανειολήπτης προσέρχεται εγκαίρως, όταν οι προθεσμίες δεν έχουν χαθεί και όταν υπάρχει ακόμη πραγματικό πεδίο νομικής παρέμβασης, η υπόθεση δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται χαμένη. Στις υποθέσεις που χειρίστηκα εγκαίρως, ο κόσμος που με εμπιστεύθηκε δεν είδε την κατοικία του να χάνεται επειδή έμεινε ανυπεράσπιστος. Οι πραγματικά ασφυκτικές περιπτώσεις είναι εκείνες στις οποίες ο άνθρωπος έρχεται πολύ αργά, όταν οι προθεσμίες έχουν ήδη εκπνεύσει, οι πράξεις έχουν παγιωθεί και το νομικό έδαφος έχει περιοριστεί δραματικά.

Η ρύθμιση, όταν γίνεται σωστά, μπορεί να είναι λύση. Αλλά η ρύθμιση δεν πρέπει να είναι παράδοση. Δεν πρέπει να είναι το αποτέλεσμα πανικού. Δεν πρέπει να είναι μία υπογραφή κάτω από μία οφειλή που δεν ελέγχθηκε. Δεν πρέπει να είναι μία προκαταβολή για να «δείξουμε καλή διάθεση», χωρίς να έχει εξασφαλιστεί τι θα γίνει με τον πλειστηριασμό, με τις πράξεις εκτέλεσης, με τη διαγραφή, με την άρση βαρών, με το υπόλοιπο της απαίτησης. Η σωστή διαπραγμάτευση δεν αρχίζει από φόβο. Αρχίζει από θέση άμυνας και, πολλές φορές, μετά από οργανωμένη επίθεση στα αδύναμα σημεία του φακέλου της άλλης πλευράς.

Πριν καθίσει κανείς στο τραπέζι με ένα fund, πρέπει να ξέρει τι έχει στα χέρια του. Πρέπει να γνωρίζει αν υπάρχουν λόγοι ανακοπής, αν υπάρχουν πλημμέλειες στην εκτέλεση, αν υπάρχουν ζητήματα νομιμοποίησης, αν η απαίτηση είναι ορθά υπολογισμένη, αν έχει παραγραφεί μέρος της, αν υπάρχει καταχρηστική συμπεριφορά, αν υπάρχουν προηγούμενες καταβολές ή ρυθμίσεις που δεν έχουν ληφθεί σωστά υπόψη. Μόνο τότε η διαπραγμάτευση παύει να είναι ικεσία και γίνεται πραγματικό εργαλείο προστασίας. Δεν πηγαίνεις στο fund για να ζητήσεις έλεος. Πηγαίνεις για να επιβάλεις μία λύση που να σέβεται την πραγματικότητα του φακέλου και την αντοχή του ανθρώπου.

Σε αυτό το σημείο πολλοί δανειολήπτες καθυστερούν επικίνδυνα. Περιμένουν να «δουν τι θα γίνει». Περιμένουν να τους καλέσουν. Περιμένουν να βρεθεί μία λύση. Περιμένουν επειδή φοβούνται το κόστος, τη διαδικασία, τη σύγκρουση. Το καταλαβαίνω. Είναι ανθρώπινο. Όμως στην αναγκαστική εκτέλεση η αναμονή είναι συχνά ο καλύτερος σύμμαχος της άλλης πλευράς. Οι προθεσμίες τρέχουν. Τα δικαιώματα χάνονται. Οι πράξεις παγιώνονται. Και όταν ο δανειολήπτης αποφασίσει τελικά να αντιδράσει, μπορεί να διαπιστώσει ότι το νομικό έδαφος έχει περιοριστεί δραματικά.

Γι’ αυτό η πρώτη αντίδραση πρέπει να είναι η άμεση νομική κινητοποίηση. Όχι η υπογραφή. Όχι η πληρωμή από φόβο. Όχι η τηλεφωνική συνεννόηση με κάποιον υπάλληλο που αύριο μπορεί να μη θυμάται τίποτα. Χρειάζονται έγγραφα, προθεσμίες, στρατηγική και καθαρή γραμμή. Αν υπάρχει λόγος ανακοπής, να ασκηθεί. Αν υπάρχει λόγος αναστολής, να προβληθεί. Αν υπάρχει δυνατότητα ρύθμισης, να αξιοποιηθεί, αλλά αφού προηγουμένως έχει διαμορφωθεί θέση άμυνας και πίεσης. Διότι άλλο είναι να διαπραγματεύεσαι επειδή δεν έχεις επιλογή και άλλο να διαπραγματεύεσαι επειδή έχεις δημιουργήσει νομικό και δικονομικό κόστος στην άλλη πλευρά.

Τα funds δεν είναι ανίκητα. Είναι οργανωμένα, επιθετικά και ψυχρά. Έχουν διαδικασίες, συστήματα, τυποποιημένα έγγραφα και οικονομική επιμονή. Έχουν όμως και αδυναμίες. Η ίδια η μαζικότητα που τους δίνει δύναμη, πολλές φορές τους οδηγεί σε λάθη. Η ίδια η ταχύτητα με την οποία κινούνται, πολλές φορές αφήνει κενά. Η ίδια η βεβαιότητα με την οποία εμφανίζονται, πολλές φορές κρύβει αποδεικτικές αδυναμίες. Απέναντι σε αυτά δεν αρκεί η καλή πρόθεση του δανειολήπτη. Χρειάζεται αντίστοιχη οργάνωση. Χρειάζεται να μετατραπεί η υπόθεση από «οφειλή προς είσπραξη» σε «φάκελο προς δικαστικό και διαπραγματευτικό έλεγχο».

Εκεί αλλάζει ο συσχετισμός. Εκεί η άλλη πλευρά αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει απέναντί της έναν άνθρωπο που θα υπογράψει επειδή τρόμαξε, αλλά μία υπεράσπιση που θα ελέγξει, θα αμφισβητήσει, θα προσβάλει και, όπου χρειαστεί, θα διαπραγματευθεί σκληρά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο λάθος από το να θεωρήσει κανείς ότι η μάχη απέναντι στα funds είναι μόνο δικαστική ή μόνο διαπραγματευτική. Είναι και τα δύο. Πολλές φορές η δικαστική άμυνα δημιουργεί τον αναγκαίο χρόνο για διαπραγμάτευση. Άλλες φορές η διαπραγμάτευση αποτρέπει την ανάγκη μεγαλύτερης σύγκρουσης. Άλλες φορές η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Το κρίσιμο είναι να μη γίνεται τίποτα τυχαία.

Αυτό είναι το προσωπικό μου συμπέρασμα μετά από χρόνια ενασχόλησης με τέτοιες υποθέσεις: ο δανειολήπτης χάνει πραγματικά όταν μείνει μόνος. Όταν πιστέψει ότι δεν έχει φωνή. Όταν θεωρήσει ότι τα έγγραφα της άλλης πλευράς είναι αλάνθαστα. Όταν αποδεχθεί τον φόβο ως νομική πραγματικότητα. Όταν αντιμετωπίσει το fund σαν δύναμη που δεν ελέγχεται. Όταν ξεχάσει ότι ακόμη και μέσα σε ένα δυσμενές πλαίσιο υπάρχουν κανόνες, υπάρχουν δικαστήρια, υπάρχουν προθεσμίες, υπάρχουν ενστάσεις, υπάρχουν λόγοι ακυρότητας, υπάρχουν δυνατότητες ρύθμισης και υπάρχουν δικηγόροι που δεν θεωρούν τον άνθρωπο χαμένο επειδή το λέει μία εταιρεία διαχείρισης.

Κανείς δεν πρέπει να παραδίδεται ως λεία. Όχι γιατί όλες οι οφειλές είναι ανύπαρκτες. Όχι γιατί κάθε εκτέλεση είναι παράνομη. Αλλά γιατί πριν χαθεί ένα σπίτι πρέπει να έχει εξαντληθεί κάθε νόμιμο μέσο. Πριν υπογραφεί μία ρύθμιση πρέπει να έχει ελεγχθεί η απαίτηση. Πριν γίνει αποδεκτό ένα ποσό πρέπει να έχει ζητηθεί ανάλυση. Πριν θεωρηθεί το fund δικαιούχος πρέπει να έχει ελεγχθεί η διαδρομή της απαίτησης. Πριν σκύψει το κεφάλι ο δανειολήπτης πρέπει να γνωρίζει ότι η υπόθεσή του διαβάστηκε πραγματικά.

Αυτή είναι η δική μου στάση απέναντι στα funds: όχι παράδοση, όχι φόβος, όχι άκριτη αποδοχή. Άμυνα όταν χρειάζεται άμυνα, επίθεση όταν χρειάζεται επίθεση, διαπραγμάτευση μόνο όταν υπηρετεί πραγματικά τον δανειολήπτη. Γιατί ένας άνθρωπος, η κατοικία του και η περιουσία του δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως εύκολη λεία ενός μηχανισμού που έχει μάθει να κερδίζει κυρίως όταν ο άλλος δεν αντιδρά.

Share this article:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

By

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ